επίκρανο

επίκρανο
επίκρανο το
верхняя часть четырехугольной колонны (см. πεσσός) вместо капители на круглой колонне

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "επίκρανο" в других словарях:

  • επίκρανο — το (Α ἐπίκρανον) [κρανίον] νεοελλ. το σακοειδές σχήμα τής χλαίνης που καλύπτει το κεφάλι πάνω από το πηλήκιο τών στρατιωτικών, η κουκούλα αρχ. 1. κάθε κάλυμμα ή κόσμημα τού κεφαλιού, κεφαλόδεσμος 2. αρχιτ. το κιονόκρανο, το αρχιτεκτονικό μέλος… …   Dictionary of Greek

  • επίκρανο — το το πάνω μέρος της παραστάδας που αντιστοιχεί προς το κιονόκρανο των κιόνων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρανίο — Το οστέινο τμήμα της κεφαλής. Διακρίνεται στο κυρίως (εγκεφαλικό) κ., που απαρτίζεται από το μετωπιαίο οστό –και συμπληρώνεται από κάτω με το ηθμοειδές– από τα δύο βρεγματικά οστά, από τα δύο κροταφικά οστά –που κλείνονται στην κάτω πλευρά από το …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Ίου — Το Αμοιροδάκειο Mέγαρο, στο οποίο στεγάζεται η αρχαιολογική συλλογή της Ίου, είναι από τα λιγοστά νεοκλασικά κτίρια της Xώρας. Xτίστηκε στις αρχές του 20ού αι., από την οικογένεια Aμοιραδάκη, που είχε αναπτύξει εμπορικές δραστηριότητες στην… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Κέας — Το Αρχαιολογικό Μουσείο Κέας λειτουργεί από το 1980 στην Ιουλίδα και φιλοξενεί ευρήματα από τους σημαντικούς προϊστορικούς και ιστορικούς οικισμούς του νησιού. Το μουσείο ήταν κλειστό τα τελευταία χρόνια λόγω εργασιών συντήρησης του κτιρίου. Η… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Επιγραφικό (Αθηνών) — Καταλαμβάνει μέρος του κτιρίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (βλ. λ.), αλλά διαθέτει ξεχωριστή είσοδο από την οδό Τοσίτσα 1. Η πλούσια συλλογή του, που περιλαμβάνει περίπου 14.000 επιγραφές, οι περισσότερες από την Αττική και άλλες από την… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»